Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

Ο ΚΑΙΡΟΣ - 03/02/2008

Τί έχουν οι έρμες οι μετοχές του και θέλει να τις ξεφορτωθεί;
Τι κάνει μάο-μάο στα κεραμίδια.
Ο ΚΑΙΡΟΣ

Είναι καιρός που δίπλα στην πολιτική και την πλουτοκρατία πρωταγωνιστεί ένα κομμάτι της λεγόμενης τέταρτης εξουσίας, της λεγόμενης δημοσιογραφίας, το οποίο όχι μόνο συναγελάζεται με τις δύο αυτές εξουσίες, αλλά και παίρνει μέρος είτε στη λήψη αποφάσεων της εξουσίας, είτε στην εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων, είτε στην υπηρεσία στενών κομματικών σκοπιμοτήτων. Η ανάμειξη δημοσιογράφων στα πιο πάνω αλισβερίσια δεν είναι νέα. Ηδη από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Γεωργίου Παπανδρέου επώνυμες πένες αναμείχθηκαν στα παιχνίδια της εξουσίας, παρασκηνιακά πάντα και συνήθως σαν τα μακριά χέρια εκδοτικών και πολιτικών σκοπιμοτήτων ή φίλων. Ετσι, κύλησε ο εναγκαλισμός μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίυτευσης, μέχρι και την απελευθέρωση της αγοράς του χρήματος από τη στενή κάστα, που ως το 1981 μοίραζε το παιχνίδι, χωρίς κλυδωνισμούς, στα ολιγάριθμα μέλη της. Είναι καιρός, όμως, που δίπλα στη νέα πολιτική και τη νέα πλουτοκρατία ανθεί ένα κομμάτι της τέταρτης εξουσίας, που ενώ εμφανίζεται σαν δημοσιογραφία, στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί το προσωπείο της δημοσιογραφίας για να αντλεί χρήμα και εξουσία από τη συνύπαρξη της με την πλουτοκρατία και τη νέα, περιέργως, ανθηρή οικονομικά πολιτική ελίτ. Περιέργως, γιατί άνθρωποι που μπήκαν στο Κοινοβούλιο είτε χρεωμένοι είτε μικρομεσαίοι, βρέθηκαν με περιουσία χωρίς ποτέ κανείς εισαγγελέας και καμία επιτροπή της Βουλής να ελέγξει το πόθεν, καλυπτόμενη πίσω από ένα κοροϊδευτικό έσχες, που βγάζει στον κάθε νοήμονα και στον λαό τη γλώσσα. Η διαφορά της νέας αυτής τάξης των δημοσιογραφούντων με την παλαιότερη δεν είναι τόσο στο χρήμα ή στην εξουσία που αντλούν. Η διαφορά είναι ότι εργάζονται για την πολιτική και την πλουτοκρατία, και πρωταγωνιστούν. Ακριβώς όπως οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες. Αυτή η διαφορά, όμως, είναι και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της δημοσιογραφίας και της ελεγχόμενης εξουσίας. Δηλαδή, μεταξύ των δύο αυτών διαφορετικών κόσμων. Είναι σαφές ότι αυτή η νέα τάξη δημοσιογραφούντων, που συζεί και τρέφεται από τη συνύπαρξη με την πολιτική και το χρήμα, δεν ανήκει στη δημοσιογραφία. Δεν ασκεί δημοσιογραφία. Λερώνει το όνομα της δημοσιογραφίας στη συνείδηση του κόσμου. Και το χειρότερο: Δεν εργάζεται για τη δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφία μεταδίδει στον λαό γεγονότα, δεν παράγει γεγονότα. Η δημοσιογραφία ερευνά την πολιτική και οικονομική εξουσία για να πληροφορεί τον λαό. Οχι για να του αποκρύπτει. Η δημοσιογραφία δεν υπάρχει για τα συμφέροντα των δημοσιογράφων. Υπάρχει για τα συμφέροντα του λαού. Η δημοσιογραφία δεν συνυπάρχει με την πολιτική και την οικονομία. Χρησιμοποιεί την πολιτική και την οικονομία για να συνυπάρχει με τον λαό. Η δημοσιογραφία δεν έχει δική της φωνή, δικά της μάτια, δικά της αυτιά. Η δημοσιογραφία είναι η φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή. Τα μάτια αυτών που δεν μπορούν να δουν. Τα αυτιά αυτών που δεν μπορούν να ακούσουν. Η δημοσιογραφία δεν κρίνει και δεν σχολιάζει για να υπηρετεί τον ναρκισσισμό των σχολιαστών, τα συμφέροντα της πολιτικής εξουσίας και τις δουλειές των επιχειρηματιών. Κρίνει και σχολιάζει για να υπηρετεί τον φωτισμό των γεγονότων, την προώθηση των ιδεών, τον εμπλουτισμό της σκέψης. Η δημοσιογραφία δεν είναι είδηση. Διαχειρίζεται την είδηση. Δεν είναι διασημότητα. Διαχειρίζεται τη διασημότητα των άλλων. Δεν είναι εξουσία. Διαχειρίζεται τις πράξεις και τις επιδιώξεις της εξουσίας. Η δημοσιογραφία δεν είναι εξουσία. Είναι δουλειά, σκληρή και μέλημα. Και έγνοια. Πέρα και πάνω από κάθε εξουσία. Κανέναν δεν ορίζει. Ορίζεται. Απ' τις ανάγκες του ανθρώπου. Δεν είναι αφέντης κανενός. Είναι υπηρέτης μόνο. Και είναι μικρομεσαία η δημοσιογραφία σαν τον κοσμο. Δεν είναι μπίζνες και γκλαμουριά. Μπίζνες και γκλαμουριά είναι απάτη. Τα τελευταία χρόνια, μαγνητισμένοι από τα φώτα της αναγνώρισης, της αίγλης, συχνά σπρωγμένοι από σύνδρομα σωτηριομανίας, ή και πλουτισμού, όλο και πιο πολλοί βλαστοί μπαίνουν στο επάγγελμα, όλο πιο αμόρφωτοι κι ακαλλιέργητοι, δημιουργήματα μιας παιδείας όλο και πιο φτωχής και μιας οικογένειας όλο και πιο κενόδοξης. Μπαίνουν στο επάγγελμα, σπρωγμένοι από στελέχη όλο πιο ανεπαρκή και ανεκτικά στη μετριότητα. Τέτοια μετριότητα, που τα ίδια τα μέσα πουλάνε στον λαό, βυθίζοντάς τον ακόμα πιο πολύ σε απαιδεψιά. Δεν είναι η αγραμματοσύνη, που σπέρνουν, το χειρότερο. Ούτε η επιδερμική προσέγγιση και η απουσία γνώσεων στα θέματα που πιάνουν. Είναι η ανεπάρκεια σε αξιοπρέπεια, που όλο και πληθαίνει. Είναι η απουσία προτύπων και η αναγνώριση της γελοιότητας ως αυθεντίας. Είναι το σόου, οι πηχυαίοι τίτλοι, ο εξυπνακισμός και ο φτηνός λαϊκισμός, που εξορίζουν την ουσία των πραγμάτων. Είναι η απουσία δασκάλων να σηκώσουν τον δημοσιογράφο απ' το γονάτισμα στην κάθε εξουσία και να του εμφυσήσουν τη δύναμη που (θα 'πρεπε να) έχει:Οταν τα κόμματα, οι αρχηγοί, πρωθυπουργοί, πρόεδροι, επιχειρήσεις, βουλευτές, αξιωματούχοι, σύμβουλοι, παρατρεχάμενοι έρχονται και παρέρχονται, συχνά χωρίς να τους θυμάται ούτε η ίδια η μάνα τους, ο δημοσιογράφος μένει εκεί. Δουλεύει ακόμα. Υπάρχει. Ελέγχει. Κι αυτοί περνούν και χάνονται. Αυτή είν' η δύναμή του. Αυτή είν' η δύναμη του Τύπου, που δεν την ξέρει. Χαμένος μέσ' τις κολεγιές με εφήμερους πρωθυπουργούς και υπουργούς και κόμματα κι επιχειρηματίες, απαξιώνει όχι μονάχα τ' όνομά του και την υπογραφή του, μα την ισχύ της δημοσιογραφίας της ίδιας. Αδυνατίζοντας έτσι την ισχύ ενός λαού να μάθει, να δει, να οδηγηθεί, να εκφραστεί, να προβληματιστεί, να μορφωθεί, να ακούσει. Να πιστέψει. Δεν είναι εύκολη δουλειά η δημοσιογραφία. Και, κυρίως, δεν είναι υπαλληλίκι. Εχει να παλαίψει με πολλά θηρία για να γίνει δημοσιογραφία. Για να γεννηθεί κάθε μέρα και να αποδοθεί στο κοινό σαν δημοσιογραφία. Και όχι σαν φερέφωνο και σαν καρικατούρα. Σαν το καραγκιοζιλίκι, που πρωταγωνιστεί στο πλείστο της σημερινής της παρουσίας. Εχει να παλαίψει με τους ιδιοκτήτες, εκδότες της και τις φιλοδοξίες τους. Με τις κυβερνήσεις και την προπαγάνδα τους. Με τα κόμματα και τις σειρήνες τους. Με τους επιχειρηματίες και τις εξαγορές συνειδήσεων. Με τις εργασιακές συντεχνίες και το λαϊκισμό τους. Με την απειλή της δικαιοσύνης και των σωμάτων ασφαλείας.Και πιο πολύ, έχει να παλαίψει με τον ίδιο της τον εαυτό και τις αδυναμίες του, για να μην υποκύψει σε όλα αυτά. Να παραμείνει ό,τι χρησιμότερο είναι:Η φωνή αυτών που δεν έχουν φωνή. Τα μάτια αυτών που δεν μπορούν να δουν. Και τα αυτιά αυτών που δεν μπορούν να ακούσουν.
ΥΓΠριν από λίγες μέρες η Πολεοδομία Μαρκοπούλου απέρριψε το αίτημα του υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων να τακτοποιήσει την οικοδομική άδεια του εξοχικού, που χτίζει στη Λαυρεωτική και η οποία, έχοντας λήξει ενώ το σπίτι χτιζόταν, καθιστά το κτίσμα αυθαίρετο. Το γεγονός ότι ο υπουργός Χωροταξίας μιας χώρας είναι, υπό οποιαδήποτε έννοια, πολεοδομικά αυθαίρετος, δείχνει την ευαισθησία των αρχών της χώρας για τη νομιμότητα. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο υπουργός κατηγορεί τον μηχανικό του για την αυθαιρεσία δείχνει την ευαισθησία των υπουργών απέναντι στην προσωπική ευθύνη. Το γεγονός ότι το θέμα δεν είναι μείζον, ούτε για το σύνολο των Μμεεεε, ούτε για τον λαό, δείχνει απλώς το κατάντημα. Και των τριών.
Γ. Παπαδόπουλος Τετράδης
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 03/02/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια: